Google+ Followers

Sunday, 14 September 2014

Μήπως εισερχόμαστε σε μια νέα εποχή ανασφάλειας;

Του Michael Spence*

Το καλοκαίρι αποτελεί συνήθως ένα διάστημα μέσα στο χρόνο που έχει ως σκοπό να γίνεται ένα διάλειμμα από τους κινδύνους και τις ανησυχίες της καθημερινότητας και ίσως μία ευκαιρία για έναν απολογισμό σχετικά με το πού είμαστε και πού οδεύουμε. Αλλά αυτό γίνεται όλο και πιο δύσκολο, επειδή η καθημερινή μας ζωή γίνεται όλο και πιο επικίνδυνη και πιο ανησυχητική. 

Μεγάλο μέρος της συζήτησης κατά την περίοδο μετά την οικονομική κρίση του 2008 επικεντρώθηκε σε διάφορες οικονομικές ανισορροπίες που είτε απειλούν είτε παρεμποδίζουν την ανάπτυξη. Τα ζητήματα αυτά δεν έχουν δυστυχώς απομακρυνθεί. Οι εκπληκτικά χαμηλές επιδόσεις της οικονομίας των ΗΠΑ κατά το πρώτο τρίμηνο, για παράδειγμα, έχουν αφήσει τους αναλυτές σε σύγχυση και αβεβαιότητα για την πορεία της. 

Όμως, σε αυξανόμενο βαθμό, η πολιτική ανασφάλεια, οι πιθανές συγκρούσεις και η επιδείνωση των διεθνών σχέσεων αποτελούν μεγαλύτερο κίνδυνο για την οικονομική πρόοδο από ό, τι προέβλεπαν οι συζητήσεις της μετά-την-κρίση περιόδου. 

Η Ασία, ένα φωτεινό σημείο από την άποψη της ανάπτυξης στην μετα-κρίση εποχή, τώρα βιώνει ένα σημαντικό αριθμό αυξανόμενων εντάσεων που θέτουν σε κίνδυνο το περιφερειακό εμπόριο και την ανάπτυξη. Η κάπως εύθραυστη ανάκαμψη της Ιαπωνίας θα μπορούσε να εκτροχιαστεί από την κλιμάκωση της εδαφικής διένεξης της με την Κίνα, η οποία είναι μία τόσο σημαντική αγορά για τα ιαπωνικά αγαθά και τόσο βαθιά ενταγμένη στις αλυσίδες εφοδιασμού των ιαπωνικών επιχειρήσεων.  

Ενώ οι εδαφικές διαφορές συχνά είναι ιστορικά και πολιτικά σημαντικές, η οικονομική τους σημασία είναι συνήθως μικρή, ακόμα και μικροσκοπική, εκτός και εάν οι εντάσεις όπως αυτές του θαλάσσιου χώρου μεταξύ της Ανατολικής και Νότιας Κίνας οδηγούν σε απώλεια ελέγχου. Ο διφορούμενος ρόλος της Αμερικής στην ασφάλεια της Ασίας-λόγω του ενδιαφέροντος που παρουσιάζει για την υποστήριξη των περιφερειακών συμμάχων της, ενώ δεν ανταγωνίζεται την Κίνα-συμβάλλει σε αυτή την αβεβαιότητα. 

Εκτός από το στρατηγικό μινουέτο τους στην Ασία, η Κίνα και οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν εμπλακεί σε μια μάχη για την ασφάλεια στον κυβερνοχώρο που έχει ήδη αρχίσει να επηρεάζει τις ροές των εμπορευμάτων, των επενδύσεων και της τεχνολογίας. Οι εκατέρωθεν δεσμευτικές δηλώσεις για την επίλυση του ζητήματος συνεργατικά δεν έχουν επιφέρει σημαντικά αποτελέσματα. Συνάμα, οι διαφωνίες σχετικά με την ηλεκτρονική παρακολούθηση, έχουν προκαλέσει ένταση μεταξύ των ΗΠΑ και της Ευρώπης. 

Η Μέση Ανατολή, εν τω μεταξύ, έχει εισέλθει σε μια περίοδο ακραίας αστάθειας που θα έχει σίγουρα αρνητικές οικονομικές συνέπειες τόσο σε περιφερειακό όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο. Και η διελκυστίνδα μεταξύ της Ρωσίας και της Δύσης πάνω από την Ουκρανία και άλλες πρώην σοβιετικές χώρες-δορυφόρους θα επηρεάσει αρνητικά την ευρωπαϊκή περιφερειακή σταθερότητα, τη ενεργειακή ασφάλεια και την οικονομική ανάπτυξη. 

Η κατάρριψη του αεροσκάφους των Μαλαισιανών Αερογραμμών, Flight 17, πάνω από την ανατολική Ουκρανία- και, πιο πρόσφατα, η αναστολή των εμπορικών πτήσεων προς το Τελ Αβίβ- προσθέτει μια νέα διάσταση στην ήδη υπάρχουσα αβεβαιότητα. Όταν ο εναέριος χώρος πτήσεων αεροσκαφών πολιτικής αεροπορίας δεν είναι πλέον ασφαλής από επιθέσεις, μπορεί κανείς να διερωτηθεί σχετικά με την αποτελεσματικότητα των βασικών συστημάτων διακυβέρνησης που στηρίζουν το παγκόσμιο εμπόριο. 

Πράγματι, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου βρίσκεται και πάλι σε κίνδυνο, με τη κυβέρνηση της Ινδίας να απειλεί να ασκήσει βέτο στη Συμφωνία για τη Διευκόλυνση του Εμπορίου που συμφωνήθηκε το περασμένο χρόνο στο Μπαλί, λόγω διαφωνιών σχετικά με την αποθήκευση τροφίμων και τη χορήγηση επιδοτήσεων. Η απώλεια της εμπιστοσύνης στο πλαίσιο του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, θα ήταν ένα σημαντικό πλήγμα σε ένα θεσμό που διαδραματίζει ζωτικό ρόλο στην εξασφάλιση και νομιμοποίηση της διεθνούς συνεργασίας. 

Η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται σε πολύ πιο στενά αλληλεξαρτώμενη θέση από ό, τι ήταν πριν από 40 χρόνια. Οι διασυνοριακές ροές αγαθών, πληροφοριών, ανθρώπων και κεφαλαίων, που αποτελούν στοιχεία ζωτικής σημασίας, βασίζονται σε ένα εύθραυστο όριο ασφάλειας, σταθερότητας και προβλεψιμότητας. Είναι αυτό το όριο το οποίο φαίνεται να βρίσκεται υπό απειλή. Η συνεχιζόμενη οικονομική πρόοδος στον αναπτυσσόμενο κόσμο και η ανάκαμψη στις ανεπτυγμένες χώρες απαιτεί την πρόληψη των τοπικών και περιφερειακών συγκρούσεων που θα έχουν ως αποτέλεσμα σημαντικά συστημικά σοκ. 

Από την άποψη των προτεραιοτήτων, είναι πιθανώς το πιο σημαντικό για τις κυβερνήσεις των G-20, η ενίσχυση των βασικών συστημάτων που επιτρέπουν τις παγκόσμιες ροές από ό, τι είναι να αντιμετωπιστούν αυστηρά οικονομικά θέματα. Επιπλέον, υπάρχει ένα σαφές, από κοινού συμφέρον για τέτοιου είδους δράση: Κανένας δεν θα οφεληθεί από την επέκταση ενός τέτοιου συστημικού κινδύνου. 

Η αποτυχία στο να περιοριστούν οι επιπτώσεις των περιφερειακών συγκρούσεων και οι διμερείς τριβές μπορεί να οδηγήσει σε κάτι περισσότερο ένα μεγάλο σοκ σε τομείς όπως η ενέργεια. Το κύριο αποτέλεσμα είναι πιθανό να είναι μια σειρά από αρνητικές διαταραχές της ζήτησης: οι επενδυτές να αποσύρονται, οι ταξιδιώτες να σταματήσουν να ταξιδεύουν και οι καταναλωτές να σταματήσουν να κάνουν αγορές. Σε μια παγκόσμια οικονομία, όπου η συνολική ζήτηση είναι ένας βασικός περιορισμός στην ανάπτυξη, αυτό είναι το τελευταίο πράγμα που χρειάζεται το σύστημα. 

Έχουμε περάσει περίπου όσο μπορούμε με ένα παγκόσμιο σύστημα που είναι, στην καλύτερη περίπτωση, εν μέρει διακυρβερνόμενο και ρυθμιζόμενο. Καθώς η παγκόσμια τάξη πραγμάτων που ορίστηκε στα πλαίσια του Ψυχρού Πολέμου (και στη συνέχεια με συντομία κυρίαρχο την Αμερική) περνάει στην ιστορία, θα πρέπει να αναπτυχθεί ένα νέο σύνολο θεσμικών οργάνων και συμφωνιών για την προστασία του πυρήνα της σταθερότητας του συστήματος. 

Αυτό είναι πιο εύκολο στα λόγια παρά στην πράξη. Αλλά το σημείο εκκίνησης είναι να αναγνωρίσουμε σε ευρύ επίπεδο τις βλάβες στις προοπτικές της παγκόσμιας οικονομίας που συνεπάγεται η αποτυχία της αντιμετώπισης των εν λόγω ζητημάτων. Η αναποτελεσματική ρύθμιση σε τομείς όπως στην ασφάλεια των τροφίμων, στις μεταδοτικές ασθένειες, στην ασφάλεια στον κυβερνοχώρο, στις αγορές ενέργειας και στην ασφάλεια των αερομεταφορών, σε συνδυασμό με την αδυναμία να γίνει σωστή διαχείριση των περιφερειακών εντάσεων και συγκρούσεων, θα υπονομεύσει τις παγκόσμιες ροές και να μειώσει την ευημερία παντού. 

Κατά κάποιο τρόπο, το σημερινό παγκόσμιο περιβάλλον αποτελεί μια κλασική περίπτωση αρνητικών εξωτερικοτήτων. Τα εντοπισμένα κόστη από τις μη βέλτιστες συμπεριφορές - αυτά που θα περίμενε κανείς να εσωτερικευθούν-υπολείπονται κατά πολύ από τις συνολικές παγκόσμιες δαπάνες. 

Αρκετά πιο συγκεκριμένα οικονομικά θέματα-για παράδειγμα, ελαττωματικά μοντέλα ανάπτυξης, μείωση των επενδύσεων σε ενσώματα και άυλα περιουσιακά στοιχεία και απουσία μεταρρυθμίσεων που αποσκοπούν στην αύξηση της ευελιξίας των διαρθρωτικών αλλαγών-εξακολουθούν να προκαλούν ανησυχία, επειδή στηρίζουν μία κάτω από τα επιθυμητά όρια ανάπτυξη. 

Όμως, σε αυτή τη στιγμή της ιστορίας, οι κύριες απειλές για την ευημερία-αυτές που χρειάζονται επειγόντως την προσοχή των ηγετών του κόσμου και αποτελεσματική διεθνή συνεργασία-είναι οι τεράστιες και ανεξέλεγκτες αρνητικές δευτερογενείς επιπτώσεις των περιφερειακών εντάσεων, συγκρούσεων και ανταγωνιστικών απαιτήσεων σε σφαίρες επιρροής. Το πιο ισχυρό εμπόδιο για την ανάπτυξη και την ανάκαμψη δεν είναι αυτό της οικονομικής ανισορροπίας. Είναι η απώλεια της εμπιστοσύνης στα συστήματα που έκαναν δυνατή την αύξηση της παγκόσμιας αλληλεξάρτησης.



* O Michael Spence είναι βραβευμένος με το Νόμπελ Οικονομίας, καθηγητής Οικονομικών στο Stern School of Business NYU, Διακεκριμένος Visiting Fellow στο Συμβούλιο Εξωτερικών Σχέσεων και πρόεδρος του Global Agenda Council του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ για νέα μοντέλα ανάπτυξης.

Το πρωτότυπο κείμενο δημοσιεύθηκε στον ιστότοπο του World Economic Forum και του Project Syndicate. 

Μετάφραση-επιμέλεια: Δημήτριος Σαλαμπάσης 

No comments:

Post a Comment